ρά

ρά
I
Αιγυπτιακός θεός του Ήλιου, που λατρευόταν ιδιαίτερα στην Ηλιούπολη, κοντά στο σημερινό Κάιρο, όπου ταυτίστηκε με τον Ατούμ (Ατούμ - Ρα) και με τον Ώρο (Ρα - Xop - Άχτι) και θεωρήθηκε θεός δημιουργός. Κατά το Νέο Βασίλειο ταυτίστηκε με τον Άμμωνα* υπό τη μορφή του Άμον-Ρα. Κύριος της κοσμικής τάξης και πατέρας της Μάατ, της θεάς της αλήθειας και της δικαιοσύνης, είχε ανθρωπόμορφη όψη με κεφάλι γερακιού· το λατρευτικό του σύμβολο ήταν ο οβελίσκος. Από την 5η δυναστεία απέκτησε μεγάλη σημασία: στην περίοδο αυτή χτίστηκαν προς τιμήν του μεγαλοπρεπείς ναοί, συγκεντρωμένοι γύρω από ένα οβελίσκο και οι φαραώ προσέλαβαν και τον τίτλο «Γιος του Ρα».
II
Ονομασία ενός πλοιαρίου που κατασκευάστηκε, όπως ακριβώς τα αρχαία αιγυπτιακά σκάφη, από αιθιοπικό πάπυρο. Με το πλοιάριο αυτό ο Νορβηγός εθνολόγος Τ. Χέγερνταλ προσπάθησε να διασχίσει τον Ατλαντικό Ωκεανό το 1969. Η προσπάθεια αυτή ήταν ανεπιτυχής, εξαιτίας ελαττωμάτων στην κατασκευή του πλοιαρίου. Σκοπός του Χέγερνταλ ήταν να αποδείξει ότι οι αρχαίοι Αιγύπτιοι μπορούσαν να έχουν επαφές με τους πρώτους κάτοικους της Αμερικής.
Το 1970, ο Χέγερνταλ μαζί με άλλους 7 συντρόφους του, ανέλαβε μια νέα αποστολή με ένα άλλο πλοίο. Το «Ρα II», που ξεκίνησε από το Σάφι του Μαρόκου στις 17 Μαΐου, έφτασε στο νησί Μπαρμπάντος στις 12 Ιουλίου.
* * *
(I)
Α
(επικ. τ.) (εγκλιτ. μόριο) άρα («ἦ ρ' ἀΐει», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ἄρα].
————————
(II)
και ῥᾴ και επικ. τ. ῥῆα και ῥεῑα και ῥήα και ιων. τ. ῥέα και αιολ. τ. βρᾷ και βρᾱ Α
(ποιητ. τ.) (τροπ. επίρρ.) εύκολα, χωρίς κόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αρχαϊκός τ. άγνωστης ετυμολ. Ο ομηρ. τ. ῥῆα και το αιολ. βρᾶ (τ. που επιβεβαιώνει την παρουσία αρκτικού F-), οδηγούν σε αμάρτυρο αρχικό τ. *Fρᾶα (πιθ. < *Fρᾶσ-α ή *Frāy-a) με επιρρμ. κατάλ. -α (πιθ. < *-n-). Ο ομηρ. τ. ῥῆα, ωστόσο, που έχει παραδοθεί και με τις γρφ. ῥεῑα και ῥέα είτε αποτελεί επικό σχηματισμό προς διευθέτηση μετρικών αναγκών, είτε πρόκειται για εσφαλμένη γρφ. Προβλήματα επίσης γεννούν οι τ. ῥᾴ και βρᾷ με υπογεγραμμένο -ι-, Η άποψη ότι οι τ. αυτοί έχουν προέλθει από το συνθ. ῥᾴθυμος το οποίο έχει σχηματιστεί σύμφωνα με το μοντέλο τού συνθ. καλλί-ζωνος* δεν φαίνεται πιθανή. Από τον ομηρ. τ. ῥεῖα / ῥῆα έχουν σχηματιστεί τα παραθετικά: ῥήϊον, ῥᾷστα και ῥάϊστα (από όπου ο μτγν. τ. ῥᾷσσον πιθ. αναλογικά προς το θᾶσσον) και επίσης οι τ. ῥηΐτερον / ῥῄτερον / ῥᾴτερον και το υπερθ. ῥηίτατα. Παράλληλα με τα παραπάνω επιρρ. έχουν σχηματιστεί οι παραθετικοί τ. επιθέτων: ῥᾴων, ῥᾷστος και ῥηίτερος, ῥήιστος, που χρησιμοποιούνται ως παραθετικά τού επιθ. ῥᾴδιος*].
————————
(III)
τὸ, Α
βλ. ρή.

Dictionary of Greek. 2013.


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»